Ήταν και είναι κατά κόρον το παιχνίδι των εφήβων. Ειδικότερα κατά τις δεκαετίες του 1970 – 1980 οι αίθουσες ψυχαγωγίας, (σφαιριστήρια) με μπιλιάρδα και επιτραπέζια ξύλινα ποδοσφαιράκια, ήταν οι χώροι στους οποίους σύχναζαν οι μάγκες τύπου «Επαναστάτης χωρίς αιτία» της εποχής.

Το ποδοσφαιράκι συνηθίζεται να κατηγοριοποιείται ως παιχνίδι αλλά και ως άθλημα.
Για τους περισσότερους αποτελεί απλώς ένα παιχνίδι βασισμένο στους κανόνες του ποδοσφαίρου. Οι βασικές του διαφορές είναι ότι το γήπεδο που γίνεται ο αγώνας, είναι το επιτραπέζιο δάπεδο (από ειδικό φελό) του παιχνιδιού, οι ποδοσφαιριστές είναι ξύλινοι, προσαρμοσμένοι και στοιχισμένοι πάνω σε μια μεταλλική ράβδο, η οποία καθοδηγείται, από μια ξύλινη χειρολαβή και για μπάλα χρησιμοποιούνται μπαλάκια ειδικής κατασκευής.

Παίζεται με δύο ή τέσσερεις παίκτες.
Το παιχνίδι ξεκινάει με τη ρίψη μάρκας στον κερματοδέκτη ώστε να βγουν τα πέντε μπαλάκια του παιχνιδιού. Το πρώτο μπαλάκι πέφτει στο κέντρο του γηπέδου και οι παίχτες προσπαθούν να σκοράρουν στη υποδοχή του τέρματος. Όποιος βάλει τα περισσότερα μπαλάκια στο τέρμα του άλλου κερδίζει το παιχνίδι.
Η δεξιοτεχνία και η γρήγορες κινήσεις είναι τα χαρακτηριστικά του καλού και επιδέξιου παίχτη.


